- ὁμιλήσαι
- ὁμῑλήσαῑ , ὁμιλέωto be in company withaor opt act 3rd sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ὁμιλῆσαι — ὁμῑλῆσαι , ὁμιλέω to be in company with aor inf act … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)